Η αμυντική συμφωνία που φέρνει στο ίδιο σχήμα την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν εισάγει νέα δεδομένα στην ήδη μεταβαλλόμενη αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής και υποχρεώνει την Αθήνα να ξαναδιαβάσει υπό διαφορετικό πρίσμα τη δική της στρατηγική σχέση με το Ριάντ. Πρώτο σημείο αναφοράς είναι η ελληνική πυροβολαρχία Patriot που βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία από το 2021 και η παρουσία της οποίας, αντί να ανανεώνεται σε ετήσια βάση, θα επαναξιολογείται πλέον κάθε μήνα.
Η μετάβαση στη μηνιαία επαναξιολόγηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μεταβάλλουν διαρκώς τα δεδομένα πάνω στα οποία είχε στηριχθεί η αρχική ελληνική απόφαση για την αποστολή των Patriot. Η ανάγκη στενότερης παρακολούθησης της αποστολής δεν προέκυψε τώρα. Ήδη από τον περασμένο Μάρτιο ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας είχε θέσει στο ΚΥΣΕΑ την ανάγκη συνεχούς επανεξέτασής της, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις απαιτήσεις της ελληνικής αεράμυνας όσο και τη ρευστότητα στην περιοχή. Η εισήγησή του έγινε δεκτή από τον πρωθυπουργό, σε συνεννόηση με το υπουργείο Εξωτερικών, ενώ για τη νέα διαδικασία έχει ενημερωθεί και η πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας στην Αθήνα.
Patriot στη Σαουδική Αραβία: Νέα δεδομένα για την Αθήνα μετά τη συμφωνία με Τουρκία και Πακιστάν
Η συμφωνία του Ριάντ με την Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ έρχεται πλέον να προσθέσει μια νέα και βαρύνουσα παράμετρο σε αυτή την επαναξιολόγηση. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια ελληνική αντίδραση που ξεκίνησε από το μηδέν μετά τη «Συμφωνία της Μέκκας», αλλά ούτε και για μια διαδικασία αποκομμένη από όσα συμβαίνουν σήμερα στην περιοχή. Η νέα αμυντική αρχιτεκτονική που επιχειρεί να οικοδομήσει η Σαουδική Αραβία επηρεάζει αναπόφευκτα τον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα σταθμίζει τη δική της στρατιωτική παρουσία στο Βασίλειο. Και το μήνυμα προς το Ριάντ είναι σαφές: η διάθεση ενός από τα κρισιμότερα συστήματα της ελληνικής αεράμυνας δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, ούτε να αντιμετωπίζεται ανεξάρτητα από τις στρατηγικές επιλογές και τις συμμαχίες που διαμορφώνει η σαουδαραβική ηγεσία.
Πόσω μάλλον όταν η ελληνική συνδρομή δεν είναι συμβολική. Η πυροβολαρχία βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία από το 2021, μαζί με το αντίστοιχο προσωπικό, για την ενίσχυση της αεράμυνας και την προστασία κρίσιμων υποδομών του Βασιλείου. Έχει, μάλιστα, αναλάβει πραγματικό επιχειρησιακό έργο. Στις 25 Ιουλίου οι ελληνικοί Patriot κατέρριψαν δύο μη επανδρωμένα αεροσκάφη που προέρχονταν από την Υεμένη στην περιοχή του Γιανμπού, ενώ είχαν προηγηθεί αναχαιτίσεις και σε προηγούμενες φάσεις της περιφερειακής κλιμάκωσης.
Η Αθήνα έχει, με άλλα λόγια, διαθέσει πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες για την ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας. Το Ριάντ, από τη δική του πλευρά, επιλέγει τώρα να θεσμοθετήσει μια σχέση αμοιβαίας άμυνας με την Τουρκία και το Πακιστάν. Αυτό δεν ακυρώνει όσα έχουν οικοδομηθεί στις ελληνοσαουδαραβικές σχέσεις ούτε σημαίνει ότι η Αθήνα οδηγείται σε ρήξη. Δημιουργεί όμως μια νέα πραγματικότητα, την οποία η ελληνική πλευρά δεν έχει κανέναν λόγο να αγνοήσει.
Άλλωστε, η σημασία της «Συμφωνίας της Μέκκας» δεν εξαντλείται στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει για την Ελλάδα. Η σύνθεση του νέου σχήματος έχει από μόνη της ιδιαίτερο βάρος. Η Τουρκία είναι μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ και διαθέτει μια ταχέως αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, η Σαουδική Αραβία εισφέρει το μεγάλο οικονομικό και ενεργειακό της βάρος, ενώ το Πακιστάν είναι η μοναδική μουσουλμανική χώρα που διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο.
Νέα γεωπολιτική συμμαχία: Τι κερδίζει η Τουρκία από το αμυντικό σύμφωνο με Σαουδική Αραβία και Πακιστάν
Η συμφωνία, σύμφωνα με το Reuters, δεν προέκυψε μέσα σε λίγες ημέρες, αλλά ήταν αποτέλεσμα διαβουλεύσεων που βρίσκονταν σε εξέλιξη επί μακρόν. Εντάσσεται παράλληλα σε μια ευρύτερη τάση περιφερειακών δυνάμεων να αναζητούν πρόσθετους μηχανισμούς ασφάλειας και μεγαλύτερα περιθώρια στρατηγικής αυτονομίας μέσα σε ένα εξαιρετικά ασταθές περιβάλλον, χωρίς αυτό να σημαίνει εγκατάλειψη των υφιστάμενων συμμαχιών τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ίδιος ο Χακάν Φιντάν έχει, άλλωστε, υπογραμμίσει ότι το νέο σύμφωνο έρχεται να συμπληρώσει και όχι να αντικαταστήσει τις υπάρχουσες συμμαχικές σχέσεις.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται και η ιδιαίτερη γεωπολιτική αξία της συμφωνίας για την Άγκυρα. Η Τουρκία αποκτά έναν θεσμοθετημένο αμυντικό δεσμό με τη μεγαλύτερη οικονομία του αραβικού κόσμου και με μια πυρηνική δύναμη, ενισχύοντας ταυτόχρονα την παρουσία της σε μια περιοχή στην οποία τα προηγούμενα χρόνια άλλοτε συγκρούστηκε και άλλοτε επιχείρησε να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τις αραβικές πρωτεύουσες.
Οι φιλοδοξίες του νέου σχήματος φαίνεται, μάλιστα, ότι δεν σταματούν κατ’ ανάγκην στους τρεις ιδρυτικούς εταίρους. Ο Φιντάν έχει αφήσει ανοιχτή την πόρτα για συμμετοχή και άλλων κρατών, με την Αίγυπτο να έχει ήδη αναφερθεί ως πιθανός μελλοντικός εταίρος. Το Reuters επισημαίνει ότι Τουρκία, Σαουδική Αραβία, Πακιστάν και Αίγυπτος συνεργάζονται ήδη στο σχήμα R4, ενώ το Ισλαμαμπάντ έχει δηλώσει ότι και άλλες χώρες μπορούν να προσχωρήσουν εφόσον αποδέχονται τις αρχές της συμφωνίας. Αν αυτή η προοπτική αποκτήσει υπόσταση, η τριμερής συνεννόηση θα μπορούσε να αποκτήσει χαρακτηριστικά ενός ευρύτερου μηχανισμού περιφερειακής ασφάλειας.
Νέα δεδομένα στη Μέση Ανατολή: Γιατί η Αθήνα επανεξετάζει τη στρατιωτική της παρουσία στη Σαουδική Αραβία
Κρίσιμο θα είναι, βέβαια, τι θα υπάρξει πίσω από τις υπογραφές. Ο Φιντάν έχει παρομοιάσει τη ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ: ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Προβλέπονται επίσης επιτροπή υπουργών και γενική γραμματεία με έδρα τη Σαουδική Αραβία. Οι επιχειρησιακές λεπτομέρειες, ωστόσο, μένει ακόμη να καθοριστούν και από αυτές θα κριθεί εάν η συμφωνία θα παραμείνει πρωτίστως ένας ισχυρός πολιτικός συμβολισμός ή θα αποτελέσει τον πυρήνα μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην περιοχή.
Για την Αθήνα, αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα είναι ένας ακόμη λόγος να κρατά ανοιχτές τις επιλογές της. Δεν υπάρχει απόφαση επιστροφής των Patriot, ούτε η νέα συμφωνία ακυρώνει τη στρατηγική σχέση με τη Σαουδική Αραβία. Υπάρχει όμως μια σαφής μετατόπιση από τη λογική της ετήσιας ανανέωσης στη διαρκή αποτίμηση του κατά πόσο εξακολουθεί να εξυπηρετείται το ελληνικό συμφέρον από την παραμονή της πυροβολαρχίας. Η μηνιαία επαναξιολόγηση δίνει στην Αθήνα αυτή τη δυνατότητα και ταυτόχρονα υπενθυμίζει στο Ριάντ ότι η ελληνική στρατιωτική συνδρομή δεν είναι δεδομένη.
Αντιδράσεις από την αντιπολίτευση για τη «Συμφωνία της Μέκκας»
Η «Συμφωνία της Μέκκας» άνοιξε, πάντως, και πολιτικό μέτωπο στο εσωτερικό. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι αναδεικνύει «το στρατηγικό αδιέξοδο και τους κινδύνους της Ι.Χ. εξωτερικής πολιτικής Μητσοτάκη» και ζητεί την άμεση επιστροφή της ελληνικής πυροβολαρχίας και των Ελλήνων στρατιωτικών, ώστε να μην έχουν καμία εμπλοκή στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα επαναφέρει τη θέση του για «ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική».
Το ΚΚΕ, από την άλλη πλευρά, στρέφει την κριτική του σε περισσότερες κατευθύνσεις. Χαρακτηρίζει τη συμφωνία πλήγμα στη λογική των «ισχυρών συμμαχιών» που προβάλλει η κυβέρνηση, αλλά εγκαλεί παράλληλα το ΠΑΣΟΚ και τον «όλο ΣΥΡΙΖΑ» επειδή είχαν ψηφίσει τη συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία. Ζητεί «εδώ και τώρα» την επιστροφή των Patriot, της ελληνικής φρεγάτας από την Ερυθρά Θάλασσα και των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων που βρίσκονται εκτός συνόρων.
Ιδιαίτερα αιχμηρή εμφανίζεται και η ΕΛ.Α.Σ., χαρακτηρίζοντας την τριμερή συμφωνία «νέο, σοβαρό πλήγμα» για την ελληνική εξωτερική πολιτική και αντιπαραβάλλοντας τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για την παρουσία των Patriot με το «μεγαλοπρεπές “άδειασμα”», όπως αναφέρει, από τη σαουδαραβική ηγεσία. Κάνει ακόμη λόγο για «επικίνδυνη εμπλοκή» της Ελλάδας στην κρίση της περιοχής και κατηγορεί την κυβέρνηση ότι κινείται στη λογική του «πρόθυμου και δεδομένου συμμάχου».
Στη συζήτηση παρενέβη και ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης της Νέας Αριστεράς, χαρακτηρίζοντας «αυτοκαταστροφική» την αντίληψη ότι η Ελλάδα γίνεται ισχυρότερη όσο περισσότερο μετατρέπεται στον «πρόθυμο σύμμαχο» κάθε πολεμικού σχεδιασμού των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Οι Patriot, επομένως, παραμένουν στη Σαουδική Αραβία. Δεν παραμένουν όμως πλέον με τη λογική μιας ετήσιας ανανέωσης που μεταθέτει την επόμενη συζήτηση για έναν χρόνο αργότερα. Κάθε μήνα η Αθήνα θα έχει τη δυνατότητα να ξαναζυγίζει τα δεδομένα. Και μετά τη συμφωνία Ριάντ, Άγκυρας και Ισλαμαμπάντ, τα δεδομένα που θα μπαίνουν σε αυτή τη ζυγαριά είναι σαφώς περισσότερα.
Πηγή: iefimerida.gr




























