Μπορεί το θρυλικό αυτό σλόγκαν που σημάδεψε γενιές και γενιές να έχει σταματήσει να χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια, όμως πλέον παύει να υπάρχει και ο τόπος με τον οποίο το σλόγκαν αυτό ήταν κυρίως συνδεδεμένο: το πολυκατάστημα-ναυαρχίδα της Notos, όπως έχει μετονομασθεί η «Αφοί Λαμπρόπουλοι» από το 2001, στην περιοχή των Χαυτείων, στη συμβολή των οδών Αιόλου και Λυκούργου και Αιόλου και Σταδίου.
Oπως είχε ανακοινωθεί από τον προηγούμενο Μάιο, το ιστορικό πολυκατάστημα κατέβασε χθες οριστικά ρολά, κλείνοντας τον υπεραιωνόβιο κύκλο του, καθώς δεν ανανεώθηκε η σύμβαση μίσθωσης του ακινήτου που είχε η Notos με τους ιδιοκτήτες του ακινήτου (Τράπεζα Πειραιώς και Dimand). Ακόμη κι αν η Notos εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί τα καταστήματά της σε Πειραιά, Θεσσαλονίκη και Καλαμάτα, ενώ συνεχίζει και τη δραστηριότητά της ως εισαγωγέας και αντιπρόσωπος πολλών γνωστών ξένων σημάτων, η παύση λειτουργίας του μακροβιότερου πολυκαταστήματος στην Ελλάδα σηματοδοτεί αναμφίβολα το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Οχι μόνο διότι πολλές γενιές Αθηναίων αλλά και κατοίκων της επαρχίας που επισκέπτονταν την Αθήνα έκαναν εκεί τα ψώνια τους, αλλά και διότι στο πολυκατάστημα αυτό εφαρμόστηκαν πολλές από τις καινοτομίες στο ελληνικό λιανεμπόριο.
Το πρώτο λιθαράκι
Το κατάστημα αρχικά ως «Αφοί Λαμπρόπουλοι» και στη συνέχεια ως Νotos Galleries και μετά Notos ξεκίνησε να λειτουργεί στη συμβολή των οδών Αιόλου και Σταδίου το 1913 για να στεγάσει την εμπορική δραστηριότητα των αδελφών Ξενοφώντος και Βασίλη Λαμπρόπουλου. Το κτίριο σταδιακά επεκτάθηκε σε γειτονικά ακίνητα μέχρι να αποκτήσει τη μορφή που έχει σήμερα. Το πρώτο λιθαράκι για την ένδοξη πορεία του πολυκαταστήματος είχε μπει, ωστόσο, στα τέλη του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα το 1898, όταν ο Ξενοφών Λαμπρόπουλος έφυγε από την Κοντοβάζαινα Αρκαδίας για να αναζητήσει καλύτερη τύχη στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα εργάζεται αρχικά ως πλανόδιος πωλητής στην περιοχή της Αιόλου και το 1901 ανοίγει ένα κατάστημα με ανδρικά είδη. Το 1906 δημιουργεί με τον αδελφό του, Βασίλη, μια εμπορική εταιρεία, την «Αφοί Λαμπρόπουλοι», που στεγάζεται σε υπόγειο στη γωνία Αιόλου και Σοφοκλέους. Ο ιδιοκτήτης της ΧΡΩΠΕΙ Νίκος Οικονομίδης δίνει δάνειο 20.000 δραχμών στους αδελφούς Λαμπρόπουλους και αυτοί μεταφέρουν το κατάστημά τους στο κτίριο της οδού Αιόλου και Σταδίου, που σταδιακά επεκτείνεται στα παράπλευρα κτίρια για να αποτελέσει ένα μεγάλο ενιαίο συγκρότημα. Το 1927 η εταιρεία μετατρέπεται σε ανώνυμη, ενώ η αστική επέκταση της Αθήνας την περίοδο του Μεσοπολέμου συμβάλλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της επιχείρησης. Εκεί οι καταναλωτές μπορούσαν να βρουν όλα τα ανδρικά είδη, από εσώρουχα μέχρι γραβάτες και μαντίλια. Οι Λαμπρόπουλοι, άλλωστε, ταξίδευαν στο εξωτερικό κι έφερναν εμπορεύματα από εκεί, αλλά και τις νέες τάσεις της μόδας που επικρατούσαν στην Ευρώπη.
Η συγκέντρωση ακόμη μεγαλύτερου πληθυσμού στην Αθήνα τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις πωλήσεις, με την έμφαση να δίνεται πλέον περισσότερο στη γυναικεία μόδα. «Τα πιο ελκυστικά γυναικεία υφάσματα» διαφημίζει το πολυκατάστημα, ακολουθώντας το εμπορικό πρόγραμμα που στηρίζεται στο τρίπτυχο «Τιμαί απολύτως ορισμέναι – μικρόν κέρδος – μεγάλη κατανάλωσις», έχοντας ως στόχο την ολοένα και αυξανόμενη μεσαία τάξη.
Τον Δεκέμβριο του 1965 εγκαινιάζεται το νέο κτίριο στην οδό Λυκούργου, σε σχεδιασμό και αρχιτεκτονική μελέτη του Σόλωνος Κυδωνιάτη. Οι διαφημίσεις έγραφαν για το επταώροφο κτίριο: «Το μοναδικό κτίριο μελετημένο και κτισμένο από την αρχή για μεγάλα καταστήματα», ενώ το 1967 η εταιρεία μπαίνει στο Χρηματιστήριο.
Οι καινοτομίες
Εκτός από τις καλές τιμές, οι καινοτομίες ήταν αυτές που θεωρήθηκαν βασικό συστατικό της επιτυχίας της επιχείρησης, καινοτομίες που εφαρμόστηκαν κατά κύριο λόγο στο κατάστημα των Χαυτείων. Από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του τοποθετήθηκαν ταμπέλες με τις τιμές των προϊόντων και καταργήθηκε η λογική του «παζαρέματος». Το πολυκατάστημα διέθετε σε διαφορετικούς ορόφους είδη ένδυσης, υπόδησης και αξεσουάρ για όλη την οικογένεια, καθώς και καλλυντικά. Το 1992 εισήγαγε στην Ελλάδα τη λογική του shop-in-shop, η οποία ακολουθείται και σήμερα σε όλα τα πολυκαταστήματα, ενώ στο κατάστημα της οδού Αιόλου διοργανώνονταν επιδείξεις μόδας αλλά και εκδηλώσεις με δημοφιλείς πρωταγωνιστές τηλεοπτικών σειρών.
Πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσκληση προς τον Ρον Μος, τον τηλεοπτικό Ριτζ της σειράς «Τόλμη και γοητεία». Στις 27 Ιουνίου 1989 ο ηθοποιός επισκέφθηκε το κατάστημα στα Χαυτεία για να υπογράψει αυτόγραφα, με συνέπεια τη συγκέντρωση χιλιάδων θαυμαστριών. Δεν έλειψαν οι λιποθυμίες και άλλα… παρατράγουδα, με αποτέλεσμα να κατέβουν τα ρολά του καταστήματος και ο ηθοποιός να πετάει τα αυτόγραφα από τον τρίτο όροφο.
Το 2001 το κατάστημα μετονομάζεται σε Notos Galleries Λαμπρόπουλος και δημιουργείται ο όμιλος Notos Com από τη συγχώνευση των πολυκαταστημάτων «Αφοί Λαμπρόπουλοι», των καλλυντικών CAP Cosmetics, της «Παπαέλληνας Καταναλωτικά» και της «Παπαέλληνας Συμμετοχική», καθώς και των εταιρειών ένδυσης «Σπόρτσμαν», «Αταλάντη» και «Ενδυση». Λίγο αργότερα η οικογένεια Λαμπρόπουλου θα αποχωρήσει από το μετοχικό κεφάλαιο, με τον Κωνσταντίνο Λαμπρόπουλο να συμμετέχει στη δημιουργία της «Αττικά Πολυκαταστήματα». Ακόμη και μετά την αλλαγή του ονόματος, όμως, οι Αθηναίοι συνέχισαν να δίνουν ραντεβού… «στου Λαμπρόπουλου».
Από το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην παρακμή και στο λουκέτο
Μινιόν, Κλαουδάτος, Κατράντζος, Δραγώνας, Αφοί Λαμπρόπουλοι. Κανένα από τα παραπάνω πολυκαταστήματα που λειτουργούσαν στην ευρύτερη περιοχή της Ομόνοιας δεν υπάρχει πια, με αυτό της Notos (πρώην «Αφοί Λαμπρόπουλοι») να είναι το τελευταίο που ακολούθησε τη μοίρα των υπολοίπων, έστω και αν είναι διαφορετικοί οι λόγοι για καθένα από αυτά. Η μη ανανέωση της μισθωτικής σύμβασης μοιάζει να είναι περισσότερο η αφορμή για το κλείσιμο του καταστήματος, με την αιτία να πρέπει να αναζητηθεί στη σταδιακή επιδείνωση των επιδόσεων του καταστήματος τις δύο τελευταίες δεκαετίες, απόρροια σειράς παραγόντων. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η Νotos δεν προχωράει στη μίσθωση κάποιου άλλου ακινήτου στο κέντρο της Αθήνας για να συνεχισθεί η λειτουργία του πολυκαταστήματος.
Αν και το κατάστημα του Λαμπρόπουλου στην Αθήνα είχε γλιτώσει από το κύμα των εμπρησμών σε πολυκαταστήματα (αντιθέτως, δεν γλίτωσε το κατάστημα της εταιρείας στον Πειραιά) το 1980, η αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών, η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, η έλευση των μεγάλων αλυσίδων, αλλά και η σταδιακή παρακμή της περιοχής της Ομόνοιας βρίσκονται πίσω από το οριστικό «λουκέτο».
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90 το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των πολυκαταστημάτων, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά διεθνώς, ήταν ότι πρόσφεραν μεγάλη ποικιλία μαρκών και κατηγοριών προϊόντων σε ένα σημείο, κάτω από μία στέγη. Ο καταναλωτής δεν χρειαζόταν να πάει σε διαφορετικά καταστήματα για να αγοράσει ένα ζευγάρι παπούτσια, μια τσάντα, ένα παντελόνι, μια αθλητική φόρμα, παιδικά ρούχα, αλλά και ένα ζευγάρι σεντόνια.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όμως, οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ στο εξωτερικό, όπως η Walmart, η Carrefour και άλλες, αποφάσισαν κοντά στα ράφια με τα μακαρόνια να εντάξουν πολλά προϊόντα μόδας και οικιακού εξοπλισμού και μάλιστα σε ακόμη πιο προσιτές τιμές από τα πολυκαταστήματα. Οσα από τα τελευταία δεν άλλαξαν μοντέλο λειτουργίας, σταδιακά παρήκμασαν.
Η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της εταιρείας «Αφοί Λαμπρόπουλοι» και η μετάβαση από την οικογένεια Λαμπροπούλου στον όμιλο Παπαέλληνα συνέπεσε με την έναρξη παρακμής της περιοχής γύρω από την πλατεία Ομονοίας, η οποία επιδεινώθηκε την επόμενη δεκαετία με την οικονομική κρίση, για να ακολουθήσει στη συνέχεια ένας φαύλος κύκλος δανεισμού της εταιρείας και προσπαθειών αναδιάρθρωσης. Πρώτο «θύμα» υπήρξε το Notos Galleries Home με είδη οικιακού εξοπλισμού, το οποίο βρισκόταν στην πλατεία Κοτζιά και έκλεισε το 2019 μετά 15 χρόνια λειτουργίας, ενώ το 2021 έκλεισε το Notos Galleries στο Golden Hall. Σήμερα, στο μετοχικό κεφάλαιο του ομίλου συμμετέχουν κατά 50% οι συστημικές τράπεζες, κατά 25% η Optima bank, ενώ το υπόλοιπο 25% έχουν η οικογένεια Παπαέλληνα, ο όμιλος Φάις και άλλοι επιχειρηματίες.


























