Στο δελτίο τύπου που εξέδωσε η Μητρόπολη, υπογραμμίζεται ότι η απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης αφορά αποκλειστικά τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης της προγραμματικής σύμβασης και σε καμία περίπτωση δεν κρίνει το ιδιοκτησιακό καθεστώς ή την κυριότητα του ακινήτου, η οποία αποτελεί εκκρεμή δικαστική υπόθεση ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Παράλληλα, η Νομική Υπηρεσία της Μητρόπολης ασκεί κριτική στους ισχυρισμούς του συλλόγου περί «θεματοφυλακής» της περιουσίας του Παλλημνιακού Ταμείου, σημειώνοντας ότι πρόκειται για αυτοπροβολή χωρίς νομικό έρεισμα.
Ακολουθεί αυτούσιο το πλήρες κείμενο της ανακοίνωσης:
ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΑΥΤΟΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΟΜΕΝΟΥΣ ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ
Μύρινα, 11 Αυγούστου 2026
Με αφορμή την πρόσφατη ανακοίνωση του «Συλλόγου Φίλων της Παλιάς Μητρόπολης» για την ακύρωση από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου της απόφασης της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου σχετικά με την προγραμματική σύμβαση για τη συντήρηση και ανακατασκευή της περίφραξης του οικοπέδου της Μητροπόλεως, θεωρούμε αναγκαίες ορισμένες διευκρινίσεις, ώστε να αποκατασταθεί η πραγματικότητα και να μην δημιουργούνται στους πολίτες εντυπώσεις, που σκόπιμα στοχεύονται και δεν ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο της διοικητικής απόφασης.
Αρχικά το περιεχόμενο της ανακοινώσεως του συλλόγου των φίλων της παλιάς Μητρόπολης, αποκαλύπτει στοχευμένη εμπάθεια των άλλοτε ιθυνόντων του Παλλημνιακού Ταμείου κατά της Ι. Μητροπόλεως.
Αυτοπροσδιοριζόμενοι και αυτανακηρυσσόμενοι ως δήθεν θεματοφύλακες της περιουσίας του Παλλημνιακού Ταμείου, μέσα από την ανακριβή και παραπλανητική τους ανακοίνωση αναφέρονται στην πρόσφατη υπ' αριθ. 2/2026 απόφαση της Επιτροπής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, η οποία απεφάνθη περί της νομιμότητος προγραμματικής σύμβασης μεταξύ της Περιφέρειας και της Ι. Μ. για την έγκριση χρηματικού κονδυλίου για την υλοποίηση αναπτυξιακού έργου στο ακίνητο της Ι. Μ. και ως να πρόκειται να εκφέρουν δικαστική κρίση και μάλιστα Δικαστηρίου δευτέρου βαθμού τοποθετούνται επί της βασιμότητας και της ορθότητας της αποφάσεως της Επιτροπής με θέσεις και απόψεις που ουδεμία νομική βασιμότητα έχουν.
Ποιος άραγε έχρισε τον εν λόγω σύλλογο θεματοφύλακα ξένης περιουσίας, με αυτοπροσδιορισμούς και αυτοανακηρύξεις; Ουδείς αποκτά την ιδιότητα του θεματοφύλακα σε περιουσία άλλου.
Εξάλλου με ποια γνώση συμπεραίνουν οι εκπρόσωποι του συγκεκριμένου συλλόγου την βασιμότητα και ορθότητα της κρίσεως της παραπάνω αποφάσεως της αρμόδιας Επιτροπής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία είναι διάτριτη, παντελώς αβάσιμη και προσβλητέα ενώπιον των αρμοδίων Διοικητικών Δικαστηρίων; Ειδικότερα:
Πρώτον. Με την παραπάνω απόφασή της η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου δεν έκρινε επί της κυριότητας του ακινήτου, ούτε αναγνωρίζοντας ως ιδιοκτήτη το Παλλημνιακό Ταμείο, ούτε αποφανθείσα ότι η Ιερά Μητρόπολη δεν έχει ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί του ακινήτου, δεδομένου ότι ουδεμία αρμοδιότητα έχει να αποφαίνεται επί τέτοιων θεμάτων.
Η ακύρωση της συγκεκριμένης διοικητικής πράξης αφορά τη νομιμότητα και μόνο της εν θέματι προγραμματικής σύμβασης. Η κυριότητα του ακινήτου αποτελεί διαφορετικό και εκκρεμές δικαστικό ζήτημα, για το οποίο η εν λόγω Επιτροπή ουδεμία αρμοδιότητα κρίσεως έχει, καθόσον το ζήτημα αυτό ήδη εκκρεμοδικεί και θα κριθεί από τα αρμόδια δικαστήρια.
Επομένως, ο χαρακτηρισμός της απόφασης ως «πανηγυρικής δικαίωσης» των θέσεων του Συλλόγου (θέσεις τις οποίες ουδείς τους ζήτησε και ούτε ασφαλώς η παραπάνω Επιτροπή) είναι πομπώδης, θορυβώδης για εντυπωσιασμό και κυρίως παραπλανητικός και εργαλειοποιείται από άσχετους στα νομικά με στόχο να δημιουργήσει στον αναγνώστη την εσφαλμένη εντύπωση ότι δήθεν κρίθηκε δικαστικά η ιδιοκτησία του ακινήτου. ΕΝΩ ΕΙΝΑΙ ΕΞΩΦΘΑΛΜΟ ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί και δεν συνέβη.
Δεύτερον. Η αναφορά στην ανάρτηση του Κτηματολογίου είναι παντελώς άστοχη όχι γιατί δεν είναι αληθής, αλλά διότι η κτηματολογική ανάρτηση είναι απολύτως προσωρινή, σε καμμία περίπτωση δεν καθιδρύει εμπράγματα δικαιώματα επί του κτηματογραφούμενου ακινήτου, ούτε υποκαθιστά την οριστική δικαστική κρίση επί αμφισβητούμενης κυριότητας του ακινήτου και για το λόγο αυτό είναι προσβλητέα, όπως ήδη έχει γίνει, ενώπιον των αρμοδίων Κτηματολογικών Επιτροπών.
Ως εκ τούτου λοιπόν, η πρόκριση κάποιου με προσωρινή ανάρτηση των πινάκων της κτηματογράφησης, ουδόλως αποτελεί τεκμήριο ιδιοκτησίας του κτηματογραφούμενου ακινήτου, καθόσον η κυριότητα αναγνωρίζεται μόνο από το αρμόδιο Πολιτικό Δικαστήριο.
Τρίτον. Ακόμη περισσότερο, δεν είναι δυνατόν η διοικητική ακύρωση μιας προγραμματικής σύμβασης να μετατρέπεται σκοπίμως επικοινωνιακά σε απόφαση υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς ως προς την κυριότητα. Η διοικητική διαδικασία και η δικαστική διαδικασία έχουν διαφορετικό αντικείμενο.
Η Ιερά Μητρόπολη ουδέποτε υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη προγραμματική σύμβαση αποτελεί τεκμήριο για τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα επί του ακινήτου. Το ζήτημα της κυριότητας θα κριθεί εκεί που πρέπει να κριθεί. Δηλαδή στη Δικαιοσύνη, με βάση τους τίτλους, τα πραγματικά περιστατικά και το ισχύον δίκαιο.
Τέταρτον. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η αναφορά του Συλλόγου ότι αποτελεί, «εκ του καταστατικού του», τον «Θεματοφύλακα του Παλλημνιακού Ταμείου».
Ο Σύλλογος είναι πολιτιστικό σωματείο. Ο θεσμικός ρόλος του στο Παλλημνιακό Ταμείο προβλέπεται από τον νόμο, στον βαθμό που εκπροσωπείται με ένα μέλος στην Παλλημνιακή Επιτροπή και τίποτε άλλο. Αυτό όμως δεν του προσδίδει την ιδιότητα του θεματοφύλακα της περιουσίας του Ταμείου, ούτε βεβαίως τον καθιστά δικαστικό ή διοικητικό όργανο που αποφαίνεται για την κυριότητα ακινήτων.
Ο ίδιος ο ν. 4589/2019 χαρακτηρίζει το Παλλημνιακό Ταμείο ΝΠΔΔ και προβλέπει ότι αυτό διαθέτει δική του περιουσία για την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού του.
Συνεπώς, οι κραυγαλέες εκφράσεις περί «θεματοφυλακής» ουδέν προσθέτουν στη νομική επιχειρηματολογία και δεν μεταβάλλουν τις αρμοδιότητες, που ο νόμος αναθέτει στα αρμόδια όργανα, αλλά αντιθέτως ικανοποιούν επιφανειακά, μόνο, πρόσκαιρες διαθέσεις.
Πέμπτον. Η επίκληση του Συλλόγου των φίλων της παλιάς Μητρόπολης ότι η περιουσία του Παλλημνιακού Ταμείου είναι «δημόσια περιουσία και ανήκει στον λαό», είναι αδιαμφισβήτητη αλήθεια, αλλά αυτό δεν μπορεί να εργαλειοποιείται για την υποστήριξη θέσεων.
Το Παλλημνιακό Ταμείο είναι πράγματι ΝΠΔΔ και έχει κοινωφελή σκοπό. Αλλά και η Ιερά Μητρόπολη Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου είναι, κατά τον νόμο, Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Αυτό δεν αποτελεί άποψη ούτε ερμηνεία της Μητροπόλεως· αποτελεί ρητή νομοθετική ρύθμιση. Ο ν. 590/1977 περιλαμβάνει ρητά τις Μητροπόλεις στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και προβλέπει ειδικό θεσμικό πλαίσιο για τη διοίκηση και διαχείριση της μητροπολιτικής περιουσίας. Επομένως, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται η έννοια της «δημόσιας περιουσίας του λαού της Λήμνου» επιλεκτικά, σαν να αφορά μόνο έναν θεσμό του νησιού και ταυτόχρονα να εξαιρεί έναν άλλον θεσμό επίσης δημοσίου δικαίου, που επί αιώνες υπηρετεί τον ίδιο λαό.
Η εκκλησιαστική περιουσία της Μητροπόλεως δεν είναι προσωπική περιουσία κανενός Μητροπολίτη, ούτε περιουσία κάποιων προσώπων που διοικούν σήμερα την Εκκλησία, αλλά προορίζεται να υπηρετεί την αποστολή της, δηλαδή τον λαό της τοπικής Εκκλησίας, την κοινωνία της Λήμνου και τις ανάγκες της.
Η Εκκλησία της Λήμνου δεν είναι ξένος προς τη Λήμνο θεσμός. Είναι αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας, της κοινωνίας και της ζωής του λαού της. Η περιουσία της είναι κι αυτή περιουσία του Λαού της Λήμνου και όχι ξένων ή περαστικών, όπως έχει αποδειχθεί στους αιώνες. Ευτυχώς ο λαός θυμάται καλά, από τα προηγούμενα χρόνια ποιοι, πως και γιατί διαχειρίστηκαν την δημόσια περιουσία υπέρ του Λημνιακού Λαού.
Γι' αυτό και η συζήτηση για την περιουσία δεν μπορεί να διεξάγεται με όρους «εμείς» και «αυτοί», ούτε με την τεχνητή αντιπαράθεση «λαός της Λήμνου» από τη μία, και «Εκκλησία» από την άλλη. Η Εκκλησία της Λήμνου είναι ο ίδιος ο Λαός της και η περιουσία κάθε δημόσιου νομικού προσώπου υπηρετεί τον θεσμικό σκοπό για τον οποίο αυτό υπάρχει.
Είναι επιπλέον κατάπτυστη προσβολή στο πρόσωπο του λαού της Λήμνου, η παρουσίαση της Μητροπόλεως σαν ξένο και άσχετο σώμα προς τον τόπο, το οποίο μάλιστα υπονοούνται ότι επιβουλεύεται δήθεν κιόλας την περιουσία του Λαού. Δεν μπορεί κανείς να αυτοχαρακτηρίζεται «θεματοφύλακας» της περιουσίας του λαού της Λήμνου και ταυτόχρονα να διχάζει τον ίδιο αυτό λαό, θεωρώντας ότι το δικαίωμα να υπηρετούν και να προστατεύουν την κοινή κληρονομιά ανήκει αποκλειστικά σε εκείνους που το επικαλούνται. Αφού η περιουσία της Λήμνου ανήκει στον λαό της, τότε και η Εκκλησία της Λήμνου, ως αναπόσπαστο μέρος του λαού και της ιστορίας του, έχει κάθε δικαίωμα να υπηρετεί και να διαφυλάσσει όσα της ανήκουν. Η αυτοπροβολή και οι κομπασμοί περί «θεματοφυλακής» δεν δημιουργούν περισσότερα δικαιώματα από εκείνα που αναγνωρίζει ο νόμος.
Η Ιερά Μητρόπολη δεν θα παρασυρθεί σε έναν επικοινωνιακό ανταγωνισμό ούτε θα επιχειρήσει να προκαταλάβει τη δικαστική κρίση. Έχει εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη και στα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης και αναμένει το τελικό αποτέλεσμα.
Όταν η Δικαιοσύνη αποφανθεί για την κυριότητα, τότε θα υπάρχει πραγματική δικαίωση της μιας ή της άλλης πλευράς.
Μέχρι τότε, οι διοικητικές αποφάσεις πρέπει να παραμένουν στη σωστή τους διάσταση και να μην παρουσιάζονται ως κάτι που νομικά δεν είναι.
Όσον δε αφορά την επαναπρόταση «των φίλων» περί σύγκλησης των Αρχών για την χρήση του Αντωνιάδειου οικοπέδου, ας παύσουν να εκτίθενται με προτάσεις που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν και ας αφήσουν τους εμπλεκόμενους να προβούν αρμοδίως σε προτάσεις μετά την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης.
Η αλήθεια δεν χρειάζεται εντυπωσιασμούς, όπως εναγώνια επιχειρείται, διότι προσβάλλει τη νοημοσύνη, τις γνώσεις και τις εμπειρίες των ανθρώπων. Χρειάζεται ΜΟΝΟ στοιχεία, νόμους και σεβασμό στους θεσμούς.
Εκ της Νομικής Υπηρεσίας της Ι. Μητροπόλεως




























