Ταυτόχρονα, όμως, είχε κι έναν πλούσιο οικογενειακό βίο με τη Μαρίκα να βρίσκεται στο πλάι του και μαζί να δημιουργούν μία δεμένη οικογένεια.
Η ζωή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1918 στα Χανιά. Ήταν γιος του πολιτικού Κυριάκου Μητσοτάκη (1884-1944) και της Σταυρούλας Πλουμιδάκη, καθώς και μικρανιψιός του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Ο παππούς του, επίσης Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, υπήρξε πολιτικός, ιδρυτής και αρχηγός του κόμματος των «Ξυπόλητων» Φιλελευθέρων.
Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Δυτική Γερμανία.
Το 1941 πήρε μέρος, ως έφεδρος αξιωματικός, στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου. Την περίοδο 1942-1944 άσκησε τη δικηγορία στην Κρήτη, ενώ κατά τη διάρκεια της Κατοχής πρωτοστάτησε στη δημιουργία αντιστασιακών οργανώσεων. Λόγω της δράσης του συνελήφθη δύο φορές από τους Γερμανούς και καταδικάστηκε σε θάνατο. Για την αντιστασιακή του δράση τιμήθηκε με μετάλλια Εθνικής Αντιστάσεως από την Ελλάδα και τη Βρετανία.
Το 1945 επανεξέδωσε την ημερήσια εφημερίδα «Κήρυξ Χανίων», η οποία κυκλοφορεί μέχρι σήμερα.
Το 1946 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Χανίων με τους «Βενιζελικούς Φιλελεύθερους», των οποίων ηγείτο ο Σοφοκλής Βενιζέλος.
Το 1951 ανέλαβε για πρώτη φορά κυβερνητικό αξίωμα, ως υφυπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου.
Το 1961 εξελέγη βουλευτής με το νεοσύστατο κόμμα της Ένωσης Κέντρου, που είχε ιδρύσει ο Γεώργιος Παπανδρέου, και συμμετείχε στον «ανένδοτο αγώνα» κατά της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Το 1964 πρωταγωνίστησε στις ενδοκομματικές διενέξεις που συγκλόνισαν την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ήρθε σε ρήξη με τον συνάδελφό του, αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού Ανδρέα Παπανδρέου. Η σύγκρουση οξύνθηκε με την αμφιλεγόμενη αποκάλυψη μυστικής οργάνωσης στον στρατό, την υπόθεση «Ασπίδα», και είχε ως αποτέλεσμα την προσωρινή απομάκρυνση του Ανδρέα Παπανδρέου από την κυβέρνηση.
Το 1965 διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα «Ιουλιανά», που οδήγησαν στην απομάκρυνση της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου από τον βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄ και στον σχηματισμό διαδοχικών κυβερνήσεων από πρώην στελέχη της Ένωσης Κέντρου, τα οποία αποχώρησαν από το κόμμα.
Την 21η Απριλίου 1967 συνελήφθη από τη δικτατορία των συνταγματαρχών και κρατήθηκε σε καθεστώς περιορισμού. Αφέθηκε ελεύθερος με την αμνηστία του Δεκεμβρίου 1967 και στη συνέχεια διέφυγε στη Γαλλία, όπου παρέμεινε περίπου πεντέμισι χρόνια, συμμετέχοντας ενεργά στη δράση κατά του στρατιωτικού καθεστώτος.
Το 1973 επέστρεψε στην Ελλάδα, αλλά μετά το πραξικόπημα της 25ης Νοεμβρίου συνελήφθη ξανά. Ελευθερώθηκε τελικά τον Ιούλιο του 1974, όταν ανατράπηκε η δικτατορία.
Στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 συμμετείχε ως ανεξάρτητος υποψήφιος με το ψηφοδέλτιο του Δημοκρατικού Συνδυασμού Νομού Χανίων. Αν και έλαβε 11.322 ψήφους, δεν εξελέγη βουλευτής, παρότι κατετάγη δεύτερος σε αριθμό ψήφων στον νομό.
Το 1977 συμμετείχε στις εκλογές της 20ής Νοεμβρίου και εξελέγη στην περιφέρεια Χανίων ως αρχηγός του νεοσυσταθέντος από τον ίδιο Κόμματος Νεοφιλελευθέρων.
Το 1978 προσχώρησε στη Νέα Δημοκρατία και το 1981 ορίστηκε κοινοβουλευτικός της εκπρόσωπος.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1984 ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εξελέγη πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, με 70 ψήφους έναντι 42 του δεύτερου υποψηφίου, Κωστή Στεφανόπουλου.
Στις εκλογές του Ιουνίου 1985 μετείχε ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας. Το κόμμα αναδείχθηκε δεύτερη πολιτική δύναμη, με ποσοστό 40,84% και 126 έδρες.
Τον Σεπτέμβριο του 1987 εξελέγη αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Δημοκρατικών Κομμάτων (IDU), θέση στην οποία επανεξελέγη το 1989 και το 1992.
Το 1989 μετείχε για δεύτερη φορά σε βουλευτικές εκλογές ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, στις εκλογές της 18ης Ιουνίου. Η Νέα Δημοκρατία αναδείχθηκε πρώτο κόμμα, συγκεντρώνοντας τη σχετική πλειοψηφία με ποσοστό 44,25% και 145 έδρες.
Στις 20 Ιουνίου 1989 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας του ανέθεσε την πρώτη διερευνητική εντολή για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Την παρέδωσε, ωστόσο, καθώς οι προσπάθειες που κατέβαλε μέσα στο τριήμερο που ορίζει το Σύνταγμα απέβησαν άκαρπες.
Στις 11 Απριλίου 1990, ενώ είχαν προηγηθεί οι εκλογές της 5ης Νοεμβρίου 1989, στις οποίες το κόμμα του δεν είχε συγκεντρώσει την απαραίτητη πλειοψηφία, κατάφερε να σχηματίσει κυβέρνηση. Στις τρίτες κατά σειρά εκλογές, της 8ης Απριλίου 1990, η Νέα Δημοκρατία συγκέντρωσε 150 έδρες, με ποσοστό 46,88%, και έλαβε την υποστήριξη του Θόδωρου Κατσίκη, μοναδικού βουλευτή της ΔΗΑΝΑ.

Στις 12 Ιουλίου 1991 πρότεινε τη σταδιακή απομάκρυνση των επιθετικών όπλων από τις περιοχές της ελληνικής Θράκης, της ευρωπαϊκής Τουρκίας και της νότιας Βουλγαρίας. Η πρόταση, η οποία ανακοινώθηκε λίγες ημέρες πριν από το ταξίδι του Αμερικανού προέδρου Τζορτζ Μπους στην Αθήνα, έγινε αμέσως αποδεκτή από τη Βουλγαρία, αλλά δεν βρήκε ανάλογη ανταπόκριση από την Τουρκία.
Το διήμερο 1-2 Μαΐου 1993 υπήρξε ο οικοδεσπότης πρωθυπουργός της Διάσκεψης των Αθηνών, η οποία εγκωμιάστηκε ως επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στη γιουγκοσλαβική κρίση. Κατά τη διάρκειά της, ο ηγέτης των Σέρβων της Βοσνίας, Ράντοβαν Κάραντζιτς, πείστηκε να υπογράψει υπό όρους το ειρηνευτικό σχέδιο Βανς-Όουεν. Η υπογραφή του Σέρβου ηγέτη έγινε δεκτή από τη διεθνή κοινή γνώμη ως το πρώτο σημαντικό βήμα για τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου στη Βοσνία. Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, το αυτοανακηρυχθέν κοινοβούλιο των Σέρβων της Βοσνίας απέρριψε με συντριπτική πλειοψηφία το ειρηνευτικό σχέδιο και παρέπεμψε την έγκρισή του σε δημοψήφισμα.
Στις 11 Οκτωβρίου 1993, μετά την εκλογική ήττα της Νέας Δημοκρατίας, υπέβαλε την παραίτησή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Στις 26 Οκτωβρίου 1993 παραιτήθηκε και από την προεδρία της Νέας Δημοκρατίας. Στις 3 Νοεμβρίου, ύστερα από πρόταση του νέου προέδρου της ΝΔ, Μιλτιάδη Έβερτ, και ομόφωνη απόφαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, ανακηρύχθηκε επίτιμος πρόεδρος του κόμματος.
Στις 5 Μαΐου 1994, 42 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ κατέθεσαν στη Βουλή πρόταση κατηγορίας εναντίον του για την υπόθεση της πώλησης της ΑΓΕΤ. Στις 19 Μαΐου η Βουλή αποφάσισε τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής για την ίδια υπόθεση.
Στις 16 Ιουνίου η Βουλή τον παρέπεμψε στο Ειδικό Δικαστήριο για το θέμα των υποκλοπών και στις 15 Σεπτεμβρίου αποφάσισε την παραπομπή του στο Ειδικό Δικαστήριο για την υπόθεση της ΑΓΕΤ. Υπέρ της παραπομπής για την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε απιστία ψήφισαν μόνο οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, ενώ για τις τρεις άλλες κατηγορίες —παθητική δωροδοκία, παράβαση καθήκοντος και παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών— ψήφισαν υπέρ της παραπομπής και οι βουλευτές της Πολιτικής Άνοιξης (ΠΟΛΑΝ).
Στις 16 Ιανουαρίου 1995 η Βουλή, μετά από παρέμβαση του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, την οποία ο ίδιος χαρακτήρισε «ταπεινωτική υποχώρηση», ζητώντας να δικαστεί για να «λάμψει η αλήθεια», αποφάσισε την αναστολή της δίωξης για τις υποθέσεις της ΑΓΕΤ και των υποκλοπών.
Τον Ιούνιο του 1997 τιμήθηκε με το μέγα βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας «Ιπεκτσί» για τη δραστηριότητά του υπέρ της προσέγγισης Ελλάδας και Τουρκίας.
Τον Ιανουάριο του 2004, μετά από 58 χρόνια παρουσίας στη Βουλή, ανακοίνωσε την απόφασή του να τερματίσει την κοινοβουλευτική του σταδιοδρομία και δήλωσε ότι θα παραμείνει στην ενεργό πολιτική.
Τον Οκτώβριο του 2005 ιδρύθηκε προς τιμήν του έδρα Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, στο Σαν Φρανσίσκο των ΗΠΑ.
Συνέγραψε τον πρόλογο της συλλογικής έκδοσης του βιβλίου «Μπροστά από την εποχή της η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας 1990-1993», της κυβέρνησης της οποίας υπήρξε πρωθυπουργός, από τις εκδόσεις Εστία, το 2013.

Η σχέση του με τη Μαρίκα
Η γυναίκα που στάθηκε στο πλευρό του πρώην πρωθυπουργού για σχεδόν 60 χρόνια, ανέθρεψε τέσσερα παιδιά, δεκατρία εγγόνια και πέντε δισέγγονα, συνέδεσε το όνομά της με ορισμένες από τις σημαντικές στιγμές της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας του τόπου.
Πώς γνωρίστηκαν
Γνωρίστηκαν τυχαία, στο κεντρικό ασανσέρ του ΝΙΜΤΣ. Εκεί, η Μαρίκα Γιαννούκου είχε λογομαχήσει με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, επειδή εκείνος δεν άφηνε τον κόσμο να χρησιμοποιήσει τον ανελκυστήρα.
Επισήμως συστήθηκαν από τον Παύλο Βαρδινογιάννη, Κρητικό και συνεργάτη του Σοφοκλή Βενιζέλου. Από τότε άρχισαν οι κοινές συναντήσεις και οι έξοδοί τους.
Η Μαρίκα προερχόταν από εύπορη αστική οικογένεια εμποροβιομηχάνων. Σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, ήταν εκρηκτικός χαρακτήρας και ιδιαίτερα πρόσχαρη, σε αντίθεση με τον σεμνό και ήπιο Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.
Οι δυο τους ορκίστηκαν ότι θα μείνουν για πάντα μαζί το 1952, μετά από ένα ρομαντικό τριήμερο στη Μύκονο. Το 1953, όμως, η σχέση τους δοκιμάστηκε, καθώς η οικογένεια της Μαρίκας δεν ήθελε για γαμπρό έναν μεσοαστό δικηγόρο από την Κρήτη, ο οποίος είχε πάντως ήδη διατελέσει υπουργός.
Το επίμονο φλερτ του Κρητικού τρόμαξε την οικογένεια Γιαννούκου και η μητέρα της αποφάσισε να την απομακρύνει από κοντά του, στέλνοντάς την να περάσει τα Χριστούγεννα στους θείους της στην Αμερική. Ο νεαρός βουλευτής, όμως, την ακολούθησε. Εκεί, σε ένα ρομαντικό ουγγαρέζικο μαγαζί στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, αρραβωνιάστηκαν τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων.
Ο γάμος
Ο γάμος έγινε το 1953 και τα πρώτα χρόνια της συμβίωσης δεν ήταν καθόλου εύκολα για την αριστοκράτισσα Μαρίκα.
Η ίδια είχε διηγηθεί τις εικόνες από εκείνες τις πρώτες επισκέψεις στο πατρικό του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στην Κρήτη: «Ένα σπίτι χωρίς θέρμανση και με ελάχιστο ζεστό νερό», όπου «φόρεσα φανελένια νυχτικιά που δεν είχα βάλει ποτέ στη ζωή μου. Όμως, ένα πράγμα που δεν άντεχα στο σπίτι της πεθεράς μου ήταν το φαγητό. Μια μέρα λοιπόν, με περίσσιο θράσος, της λέω: “Μητέρα, θέλω να σας πω κάτι: το φαΐ σας είναι απαίσιο”. Κι εκείνη απάντησε: “Περιπεράστε, μαντάμ!”. Από τότε ανέλαβα σιγά σιγά να μαγειρεύω τα δικά μου φαγητά και άφηνα εκείνους να φτιάχνουν τα… νεροπίλαφα!».
Δυναμική παρουσία
Στα πρώτα χρόνια της ηγεσίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στη Νέα Δημοκρατία, εκείνη υπήρξε ο άνθρωπος που οργάνωσε, μαζί με στελέχη του κόμματος, το ιδιαίτερα δυναμικό τμήμα γυναικών, το οποίο πρωτοστάτησε στις εκλογικές μάχες του 1985, του 1989 και του 1990.
Η αλήθεια είναι ότι κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του συζύγου της, την περίοδο 1990-1993, πολλά ήταν τα δημοσιεύματα του Τύπου που έκριναν ότι ασκούσε στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη μεγαλύτερη επιρροή από όση επιτρεπόταν σε μία σύζυγο πολιτικού ηγέτη.
Όσοι τους γνώρισαν ήξεραν πως για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη η Μαρίκα ήταν η ζωή του, ο άνθρωπός του. Μαζί μεγάλωσαν τα παιδιά τους, Ντόρα, Αλέξανδρο, Κατερίνα και Κυριάκο. Μαζί πέρασαν όλες τις δυσκολίες, τις λύπες, τις χαρές, τις εκπλήξεις, αλλά και τα προβλήματα υγείας.
Ήταν επίσης Μάιος του 2012 όταν έφυγε η Μαρίκα, καταβεβλημένη από το χρόνιο πρόβλημα υγείας που την ταλαιπωρούσε. Μάιο «έφυγε» και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, περιστοιχισμένος από τους ανθρώπους που αγαπούσε και τον αγαπούσαν.
Πηγή: iefimerida


























