Βρίσκεστε εδώ:Αρχική>>Ιστορίες>>Ρυάκια
Ρυάκια
22.02.2015 | 15:49

Ρυάκια

Συντάκτρια:  Κυριακή Κατσάκη
Κατηγορία: Ιστορίες

Από το Gasireu

Αυτός ο ανομολόγητος πόνος. Κάτω από το υπογάστριο, που έπειτα απλώνεται αργά, βασανιστικά κι ανεβαίνει, μέχρι τη στιγμή, που το δυνατό του χέρι σε πιάνει από το λαιμό. Ναι, από το λαιμό και σε κολλάει στον τοίχο.

Έχει ξημερώσει χειμωνιάτικη λιακάδα. Με ξεκάθαρο ουρανό. Με τις πολιτικές εξελίξεις να πετάνε σα σκορπισμένα χαρτιά που τα σήκωσε ο βοριάς. Και εκεί λίγο πριν τις οκτώ συναντιόμαστε. Αλλοδαπές νταντάδες σηκώνουν τα μάτια τους πάνω μου. Τα κατεβάζω κι εγώ πάνω τους. Κοιτιόμαστε. Έχουν ξυπνήσει αξημέρωτα σίγουρα. Έχω ξυπνήσει κι εγώ αξημέρωτα. Είμαι υπάλληλος και μένω σε μια ακριβή συνοικία. Παίζει να είμαι κι ο μόνος υπάλληλος. Εγώ ακολουθώ έναν καθαρό δρόμο με παρκαρισμένα αυτοκίνητα πολυτελείας και μεγάλα σπίτια με πισίνες. Γουστάρω τη διαδρομή. Αυτές τη μισούν, το βλέπω στα μάτια τους, το μόνο που μας συνδέει είναι μια διασταύρωση. Ένα παρτέρι με εποχιακά λουλούδια που ποδοπατάνε στην άκρη, για να κόψουν δρόμο.

Χώρισα πάλι. Μαλάκα μου, προβλήματα που έχει ο κόσμος. Δεν καταλαβαινόμαστε. Κανένας δε με καταλαβαίνει πια. Κανέναν δεν καταλαβαίνω. Αλήθεια είναι. Θα ήθελα να είμαι μια λεία επιφάνεια που πάνω της γλιστρά ο χρόνος. Κάπου το διάβασα κι αυτό. Ούτε ευτυχισμένος, ούτε δυστυχισμένος. Μια λεία επιφάνεια που πατινάρουν οι άνθρωποι και τρώνε τα μούτρα τους. Αλλά εγώ δεν γελάω, σπάω, λίγο, λίγο, χρόνο με το χρόνο και πια δεν είμαι λείος, δεν κάνω ούτε για χάιδεμα σου λέω. Είμαι μια χαρακωμένη σανίδα γεμάτη σκλήθρες. Θεέ μου, πως κατάντησα, ο άθεος. Χαρακωμένη σανίδα που πετάς στην άκρη του δρόμου.

Βγήκα πρώτη του χρόνου ραντεβού. Φοράει ένα μαύρο μάλλινο φόρεμα. Ο λαιμός της είναι ανοιχτός. Ένα χρυσό σπουργίτι κρέμεται από μια αλυσίδα, ακριβώς κάτω από την κλείδα. Λες θα πετάξει προς το στόμα της. Με αναστατώνουν οι έντονες κλείδες, θέλω να τις ψηλαφίσω με τα δάκτυλα. Να τις σφίξω να δω αν αντέχουν. Αντέχουν οι άνθρωποι, όχι τα κόκαλα. Μάλλον θα έμπλεξε κάπου το καλσόν της κι έχει μια τρύπα, ασυναίσθητα παίζει με το δάκτυλο χαϊδεύοντάς την. Της το είπα. Έχεις μια τρύπα στο καλσόν. Τράβηξε το χέρι από το πόδι της. Ντράπηκε. Δεν ήταν ευγενικό, αλλά της το είπα. Κι απόλαυσα κάθε δευτερόλεπτο βρώμικης αμηχανίας.

Ο παρόντας χρόνος είναι ένα ορμητικό ποτάμι. Κανένας δεν κολυμπάει κόντρα. Κανένας δεν λιάζεται στην όχθη. Πηδάνε ο ένας μετά τον άλλον μέσα και αφήνονται να τους παρασύρει το ρεύμα. Πέρα, στα ακροτελεύτια βράχια, υγροί γδούποι σπάνε τη μονότονη μουσική και κηλίδες αίμα λερώνουν το σκληρό τοπίο.

Ξαπλωμένη, ώρα τώρα, πάνω στο σώμα μου, περνάει τα δάκτυλά της από τα μαλλιά μου, ξανά και ξανά. Σα να γνωριζόμαστε χρόνια. Είναι μια αίσθηση τρομακτική. Ακουμπάμε τα μάγουλά μας. Ντυμένους, μας χωρίζουν όλες αυτές οι πονεμένες ιστορίες που συνέβησαν, το παρελθόν, ένας λεπτός αλλά συμπαγής τοίχος από μετρημένες ανασφάλειες. Τα γυμνά σώματα εφάπτονται σχεδόν αθώα, σχεδόν καυτά, σχεδόν βαφτισμένα στον ποταμό των σεντονιών που τσαλακώνονται.

Την έχυσα δώδεκα παρά τέταρτο. Ένα λευκό ρυάκι κύλισε στο στήθος της. Έβαλε κόντρα το χέρι της και με μια απαλή κίνηση το έσβησε. Οι μέρες σβήνουν κι αυτές πάνω σε στρογγυλά στήθη, χωρίς να μας δίνουν λογαριασμό, χωρίς να λογαριάζουν την δική μας μελαγχολία. Νομίζω δεν τους δίνουμε κι εμείς σημασία. Τα κορμιά τρίζουν σαν καυσόξυλα στη φωτιά. Τα δόντια τρίζουν μέσα στον ύπνο. Μου το είπε. Τρίζουν τα δόντια σου, να ξέρεις. Κι ο ψυχίατρος το είπε, αν τρίζουν τα δόντια έχεις άγχος, μη σκέφτεσαι τόσο, μη σκάβεις άλλο, φτάνει το ξεμπάζωμα, μείνε εκεί και βγάλε το κεφάλι σου στον αέρα , πιες ένα χαμομήλι μια ώρα πριν να κοιμηθείς, μη πίνεις, παραδέξου το, πέρασε η εποχή που έπρεπε να δείχνεις σκληρός, δείξε αυτό το λυρικό αγόρι που κλώτσαγε μια μπάλα και τράβαγε τα μαλλιά των κοριτσιών και έκρυβε λεφτά κάτω από το χαλί που πάταγε η βάση της μονόπολης και έπιανε γυμνά πόδια στην τυφλόμυγα και έφτυνε μακριά, πιο μακριά απ' όλους. Και πες, ρε πατέρα μέχρι εκεί είμαι, δεν θέλω παραπέρα.

Πέρασε ανάμεσα στα μαλλιά μου τα δάκτυλα σου, σε παρακαλώ, τώρα που βρέχει πάλι. Τώρα που τσαλαπατάμε στα ρηχά ρυάκια του κακοφτιαγμένου δρόμου.

η φωτογραφία της Diane Arbus, Couple on a pier NYC 1963

Πώς χαρακτηρίζετε τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης στο θέμα των Ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται στην Τουρκία;

Θετικούς(8.5%)
Αρνητικούς(80.9%)
Δεν ξέρω / Δεν απαντώ(10.6%)
Συνολικές ψήφοι: 47
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει ενεργό: Απριλίου 27, 2018