Βρίσκεστε εδώ:Αρχική>>Ιστορίες

Ιστορίες

30.09.2014 | 13:50

Γράφει η ouming

 Μπορώ να το πω πια στα σίγουρα. Μια γαλλική μυτούλα μπορεί να σου αναστατώσει τη ζωή. Τη δική μου δηλαδή. Ήταν τόσο χαριτωμένη, τόσο χαρούμενη, τόσο πρόσχαρη, τόσο ανέμελη. Και τόσο φυσιολογική. Την υπογράμμιζε ένα μόνιμο γέλιο, από αυτά που γέρνει το κεφάλι πίσω, που πέφτουν τα μαλλιά στην πλάτη, από αυτά που ονομάζουν γάργαρα. Μπήκε στο μαγαζί εντελώς τη λάθος ώρα. Όλη μέρα προσπαθούσα να σηκώσω τη διάθεσή μου, μια μπλεκόταν η καλούμπα, μια δεν φύσαγε καλά. Αυτό, σκεφτόμουν, δεν θα το πετύχω ποτέ: αβίαστες οι κινήσεις, δεν υπήρχαν κόμποι στις χαιρετούρες με τους θαμώνες, με όλους μιλούσε, με το ίδιο γάργαρο γέλιο, με τα ίδια μαλλιά στην πλάτη. Κολλημένος στο τζάμι συρρικνωνόμουν, τα κόκαλά μου σαν τηλεσκοπικά, συμπτύσσονταν.

30.09.2014 | 13:29

Γράφει ο kapakapamoiris

Την ακούω να ρωτάει «είδε κανείς τι καιρό θα κάνει αύριο; να ξέρω αν θα βάλω καλσόν ή όχι».

Το μυαλό, ειδικά του άντρα, είναι μόνιμα στο δρόμο. Στο φευγιό, στα σουρτούκια. Δεν θέλει πολύ, είναι φορές που και με τίποτε βολεύεται, για να αμοληθεί και να ταξιδεύει και να φυτρώνει εκεί που δεν το σπέρνουν. Ειδικά εκεί που δεν το σπέρνουν.

29.09.2014 | 23:28

Να φεύγεις  - αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς

25.09.2014 | 16:12

Γράφει ο kapakapamoiris

Η πόλη μου είναι μικρή, την περπατάς από άκρη σ’ άκρη μέσα σε μισή ώρα, σαράντα λεπτά αν χαζεύεις κιόλας στη διαδρομή. Είναι -ακόμη- μια μικρή πολυτέλεια να μπορείς να περπατάς άσκοπα, παρατηρώντας πράγματα χιλιοειδωμένα που όσο περνάνε τα χρόνια αντί να σε μπουχτίζουν σου φαίνονται -κάποιες φορές- ως και άγνωστα, ίσως κι όμορφα. Ο δρόμος με φέρνει που και που σε ένα στενό, πλακόστρωτο, απ΄ τα μετρημένα που επιβίωσαν στην καρδιά της πόλης. Κόβω δρόμο, για να βγω από την μια άσφαλτο στην άλλη. Εκεί, μέσα σε μιαν αυλή που κάποτε φιλοξενούσε άλογα, ταπεινά μουλάρια και ένα χάνι (απ’ τα τρία, τέσσερα, που κοίμιζαν για μια νύχτα -συνήθως την παραμονή του μεγάλου παζαριού- όσους βουνίσιους είχαν κάτι να πουλήσουν ή να αγοράσουν), ξεφύτρωσε μια μέρα ένα μικρό μαγαζί  -χαριτωμένο, ναι- που πουλάει σοκολάτες, μπισκότα και ζαχαρωτά.

23.09.2014 | 12:52

Γράφει ο kapakapamoiris

Tι κοιτάζουν, αν κοιτάζουν, δεν το ξέρει κανείς. Μόνον ο φωτογράφος, ίσως.

Μπορεί ένα μέρος που πνίγηκε κάποιος. Όχι απαραίτητα δικός τους άνθρωπος, όχι. Δεν χρειάζεται τόσο άμεση απώλεια για ν’ αποκτήσει νόημα η εικόνα. Κάποιος άγνωστος, παλιά. Πάρα πολύ παλιά. Τόσο παλιά που ούτε το νερό το ίδιο θυμάται την ιστορία του. Μπορεί να τον βρήκαν, μπορεί όχι. Ίσως τον κάναν παραμύθι, από κείνα που φτιάχνονται για να φοβίζουν τα παιδιά μέχρι να μεγαλώσουν. Μπορεί και να μη νοιάστηκε κανείς ποτέ γι αυτόν όμως, να ήταν μια απώλεια που πέρασε εντελώς άκλαυτη και απαρατήρητη. Αυτές οι ιστορίες είναι πολύ πιο φοβιστικές αλλά δεν ξέρω γιατί κατά βάθος ανακουφίζουν τους ανθρώπους. Ίσως γιατί νιώθουν πως η ορφανή απώλεια δεν τους αφορά.

23.09.2014 | 12:36

Γράφει το καραντί

 

Νομίζω πως γενικά έχουμε αρχίσει να γινόμαστε εντελώς χοντρόπετσοι, προσπαθούμε συνέχεια να οδηγούμε γρήγορα να παρκάρουμε γρήγορα να πάμε στη δουλειά γρήγορα να δουλέψουμε γρήγορα να σχολάσουμε γρήγορα να ξεπαρκάρουμε γρήγορα να γυρίσουμε σπίτι γρήγορα να φάμε γρήγορα να γαμηθούμε γρήγορα να κοιμηθούμε γρήγορα να τα χωρέσουμε όλα μέσα στις μέρες που φεύγουν γρήγορα και τελικά οδηγείς ας πούμε σε έναν πολύ στενό δρόμο και περπατάει μπροστά σου μια ηλικιωμένη, γαμώ το κέρατό μου σκέφτεσαι από μέσα σου, δεν καταλαβαίνει ότι είμαι πίσω της και βιάζομαι, η γυναίκα συνεχίζει να περπατάει αργά, και όταν τελικά σε παίρνει χαμπάρι σου λέει συγγνώμη με μια γλύκα και ηρεμία που αποφασίζεις να μην ξαναβιαστείς χωρίς πολύ σοβαρό λόγο ποτέ ξανά.

06.09.2014 | 14:05

Γράφει ο kapakapamoiris

Με σταματήσαν ένα, δυο, τρία κόκκινα, το τέταρτο το πέρασα -αφηρημένος και εγκληματίας- με κατάρες πεζών και εποχούμενων, το πέμπτο ήταν αδύνατον να το αψηφήσω. Όταν φτάνω εκεί πάντα κόβω ταχύτητα, γυρίζω από συνήθεια το κεφάλι ψηλά και δεξιά, να δω τι είδους άνθρωποι κάθονται έξω στα μπαλκόνια, τι σχήμα και μορφή έχουν, ανθρώπους δεν είδα ποτέ, κάμποσα χρόνια μετά μου είπαν σχεδόν συνωμοτικά (έτσι λέγονται αυτά, ποτέ φωναχτά) ότι κανείς δεν βγαίνει στο μπαλκόνι, αφού τα τριπλοκλειδώνουν, για να μη σε βάλει η ανοιχτή μπαλκονόπορτα σε πειρασμό. Ο σατανάς -μπορεί κι ο Θεός, που δοκιμάζει-λένε- τις αντοχές των ανθρώπων, σαν τεστ κατάταξης στην άλλη ζωή, αυτά που μουρμουρίζουν για ψευτοπαρηγοριά οι παπάδες και οι απελπισμένοι- το ‘χει χούι να κάνει αστειάκια, να σε τσιγκλάει just do it!, αυτό που οι παπουτσάδες κόπιαραν ξεδιάντροπα χωρίς να του ακουμπήσουν φράγκο τσακιστό για τα royalties αλλά ποιος διάολος δίνει δεκάρα για τα εύσημα και τον τραπεζικό λογαριασμό του, αυτά είναι για τους μέτριους θεούς των ακόμη πιο μέτριων που πιστεύουν σ’ αυτούς.

30.08.2014 | 15:38

Γράφει το Καραντί

 

Ξαπλώνουμε για ύπνο, και έχω καδράρει μεγάλη άρκτο με σύνορα θάλασσα ουρανό τέντα κέδρο. Αυτές οι στιγμές έχουν αυτό το μαγικό, που είναι σαν αντλίες που αδειάζουν το κεφάλι σου από σκέψεις. Είναι σαν αυτό το σκοινί που έδεσε η γιαγιά στο πόμολο της πόρτας, επειδή χάλασε η κλειδαριά, για να μην ανοίγει. Αυτές οι στιγμές του καλοκαιριού κρατάν τη χαλασμένη πόρτα απ’ τα μυαλά μας κλειστή.

28.08.2014 | 14:54

Γράφει ο kospanti

Ανήκω στον κατιμά. Κρέας φτηνό, φτωχό και άγευστο. Για να με βάλεις στο στόμα σου, άμαθος καθώς είσαι, θα πρέπει να με φλομώσεις μπόλικο μπαχαρικό. Η ζωή είναι ρουλέτα κι η μπίλια η δική μου πήγε και κάθισε στου διαόλου τη γκίνια. Βίος αβίωτος, στημένος και σικέ παπάς, τίγκα στους αβανταδόρους, σαν κι αυτόν που συνηθίζουν και παίζουν οι γέροι στο λιμάνι μπροστά απ' τα πρακτορεία. Ξέρω το δρόμο που μεγάλωσα με μάτια κλειστά. Κάθε λακκούβα και μπάλωμα της ασφάλτου. Σπίτια με μεσοτοιχίες τσιγαρόχαρτα, ο καθένας γνωρίζει απέξω το ροχαλητό του άλλου. Μέχρι τα δεκαοχτώ μου νόμιζα πως οι περισσότεροι είμαστε κάπως έτσι. Του ενός ο πατέρας άνεργος στη Ζώνη, του άλλου κατάκοιτος από εγκεφαλικό. Ο τρίτος ο χειρότερος, αγνώστου πατρός. Χαζός δεν ήμουν, γνώριζα πως κάπου μακριά υπάρχουν οι Άλλοι, μα πίστευα πως δεν θα τους συγχρωτιζόμουν ποτέ.

11.08.2014 | 14:10

Γράφει η Ελένη Σταματούκου | Athensvoice

Δεν υπάρχει πιο ωραία πράξη από την ερωτική, τα φύλα αθροίζονται, οι φωνές αφαιρούνται, κι όταν πια η ηδονή πολλαπλασιάζεται, τα σώματα σα να μη γνωρίστηκαν ποτέ, σχεδόν απότομα διαιρούνται. Γυμνοί, σε ένα στενό κρεβάτι με το κεφάλι της πάνω στο στέρνο μου, και εγώ να βυθίζω τα χέρια μου μέσα στα μαλλιά της. Οι ακτίνες του ήλιου περνάνε μέσα από τις χαλασμένες γρίλιες και σχηματίζουν παραλληλόγραμμα πάνω στο γεμάτο κοιλάδες σώμα της. Το στήθος της λίγα λεπτά πιο πριν ήταν μέσα στο στόμα μου και εγώ γευόμουν την αρμύρα του, τώρα όμως κρύβεται ανάμεσα σε δυο άσπρα σεντόνια. Κοιτάζω τον εσταυρωμένο, αντίκρυ πάνω στον τοίχο να κρεμάται επί ξύλου από ντροπή για τις μαθηματικές μας πράξεις μας. Λίγο πιο ψηλά, στο ταβάνι ο προπολεμικός πολυέλαιος φανέρωνε τις τέλειες ατέλειες μας. Πιο χαμηλά, πάνω στα πλακάκια τα ρούχα μας κουβάρι, ότι απέμεινε από τον πόλεμο των σωμάτων, σανδάλια, ένα μπλε μακό, ένα καφέ παντελόνι και ένα φόρεμα με λουλούδια, τα εσώρουχα μας κάπου χαμένα κάτω από το κρεβάτι.

Πώς χαρακτηρίζετε τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης στο θέμα των Ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται στην Τουρκία;

Θετικούς(8.5%)
Αρνητικούς(80.9%)
Δεν ξέρω / Δεν απαντώ(10.6%)
Συνολικές ψήφοι: 47
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει ενεργό: Απριλίου 27, 2018